Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

υπάρχει εργατική τάξη; κι αν "ναι" τι κάνει;

Αναδημοσιευση απο sarajevomag



Η λέξη εργάτης έχει γίνει καταραμένη. Κάτι σαν βλαστήμια. Και παρότι στο λεξιλόγιο της αριστεράς οι λέξεις “εργατική τάξη” εμφανίζονται που και που, είναι μάλλον η δύναμη της ιδεολογικής συνήθειας που ευθύνεται, παρά η αληθινή κατανόηση της πραγματικότητας. Στο κάτω κάτω, αν κανένας στην ελλάδα δεν “παραδέχεται” ότι είναι εργάτης ή/και εργάτρια (επειδή το θεωρεί υποτιμητικό για τον εαυτό του / της) τα περί “εργατικής τάξης” είναι κούφια λόγια.



Για να μιλήσουμε λοιπόν για τους εργάτες στην ελλάδα, και μάλιστα για να μιλήσουμε σαν εργάτες (εμείς όχι μόνο δεν ντρεπόμαστε που είμαστε εργάτες αλλά, αντίθετα, νοιώθουμε εξαιρετικά υπερήφανοι γι’ αυτό, και θα το εξηγήσουμε πιο κάτω) πρέπει να δώσουμε απαντήσεις σε μερικές αιρετικές (ή εύλογες, ανάλογα με την θέση του καθενός) ερωτήσεις:

- Τι είναι εκείνο που παράγει τον πλούτο, όχι μόνο τον ατομικό αλλά και τον συλλογικό / κοινωνικό; Το χρήμα, “από μόνο του”, οι εργοδότες “από μόνοι τους”, ή η εργασία;

- Αν κανένας (ή, εν πάσει περιπτώσει, ελάχιστοι) δεν φωνάζει δυνατά “είμαι εργάτης...” και αντίθετα η κατάσταση αυτή πρέπει να “κρύβεται”, πώς φτάσαμε σε τέτοιο σημείο;
- Έχουμε στην ελλάδα (και στην ευρώπη, και στον κόσμο) καπιταλισμό, που σημαίνει σκληρή εκμετάλλευση της εργασίας, δηλαδή των εργατών και εργατριών, ή μήπως μετά την “εξαφάνιση” των τελευταίων έχει εξαφανιστεί και ο καπιταλισμός, κι απλά δεν το έχουμε καταλάβει;
- Εν τέλει, αυτό που ονομάζεται “κρίση” έχει ειδική σχέση (και ειδική στόχευση) την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργασίας ή πρόκειται για “εθνικό πρόβλημα” το οποίο πρέπει “να αντιμετωπίσουμε όλοι μαζί”, εργοδότες και μισθωτοί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο - αρκεί να υπάρχει μια “σωστή” κυβέρνηση;




... κι έτσι οι εργάτες εξαφανίστηκαν!

Οι νεώτεροι / νεώτερες ασφαλώς δεν το ξέρουν ούτε το θυμούνται, αλλά μέχρι τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1970 εργάτες υπήρχαν! Και όχι απλά “υπήρχαν” αλλά έδιναν δυναμικούς, σκληρούς αγώνες, για να βελτιώσουν την κατάστασή τους, τόσο σ’ ότι αφορούσε τους μισθούς, όσο και σχετικά με τις συνθήκες εργασίας: ωράρια, επιτήρηση, ασφάλεια, υγιεινή, κλπ. Κι αυτό συνέβαινε και στην ελλάδα (ειδικά την περίοδο 1975 - 1978) αλλά και σ’ όλην την ευρώπη, την βόρεια αμερική, σε ασιατικά κράτη. Γιατί - ας το πούμε από τώρα - το είμαι εργάτης δεν ήταν (τότε) μια παθητική κατάσταση κοινωνιολογικής ταξινόμησης! Το είμαι εργάτης σήμαινε (αν και όχι για το σύνολο των εργατών σίγουρα για μεγάλο μέρος τους) μαχητικότητα. Εναντίον των εργοδοτών, και εναντίον του κράτους όταν, με την αστυνομία και τα δικαστήρια, προσπαθούσε να καταστείλει τους εργατικούς αγώνες.

Δεν θα κάνουμε αναλυτική εξιστόρηση, γιατί ξεπερνάει κατά πολύ τις σελίδες που έχουμε στη διάθεσή μας. Αλλά και γιατί με τα σημερινά δεδομένα εκείνη η όχι - και - τόσο - μακρινή εποχή μοιάζει προϊστορία. “Ρομαντική” ίσως, αλλά άσχετη με το σήμερα. Ίσως κάποιο μυστηριώδες “μαχητικό πνεύμα”, κάτι σαν “ιός”, να είχε "μολύνει” τα μυαλά των τότε εργατών... Κι αντί να κάτσουν ήσυχοι και να κοιτάει ο καθένας την πάρτη του, έκαναν σκληρές απεργίες, καταλήψεις, διαδηλώσεις, κι άμα χρειαζόταν και οδομαχίες... διακινδυνεύοντας την σωματική ακεραιότητα και την ελευθερία τους....

Αυτή η μαχητικότητα πάντως, δεν εξαφανίστηκε ως δια μαγείας. Δύο σημαντικοί παράγοντες, ένας διεθνής και ένας τοπικός (ελληνικός) έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην “εξαφάνιση των εργατών”. Όχι βέβαια την εξαφάνισή τους σαν χιλιάδων αντρών και γυναικών που εξακολουθούν να δουλεύουν στη βάση της παραγωγής, αλλά (την εξαφάνισή τους) σαν μαχητικών υποκειμένων που οργανώνονται, πολεμούν, έχουν την δική τους αντίληψη για το δίκαιο, την κοινωνία, κλπ. Ο ένας παράγοντας, ο διεθνής, ήταν η έφοδος, απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1980, μιας ιδεολογίας που έμοιαζε καινούργια (αν και ήταν φρεσκοσοβατισμένο ένα παλιό κόλπο του καπιταλισμού), μιας ιδεολογίας που ονομάστηκε νεοφιλελευθερισμός. Ο δεύτερος, ο τοπικός παράγοντας, που σε πρώτη φάση έμοιαζε να είναι αντίθετος με τον προηγούμενο, ήταν η εκλογική επιτυχία του πασοκ το 1981, και “η άνοδος του λαού στην εξουσία”. Θα θυμίσουμε λοιπόν δυο τρία πράγματα γι’ αυτούς τους παράγοντες, αρχίζοντας απ’ τον πιο κοντινό.

Η έννοια του “λαού” είναι πολύ βολική στη χειραγώγηση (των εργατών), και γι’ αυτό έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον στον 20ο αιώνα. Απ’ τους ναζί και τους φασίστες την δεκαετία του 1930, ως τις διάφορες τάσεις της αριστεράς απ’ το τέλος του Β παγκόσμιου και μετά. Τι χρήσιμο έχει η έννοια του “λαού”; Χωράει σχεδόν τους πάντες εκτός απ’ τους πολύ πλούσιους. Χωράει τους εργάτες και τις εργάτριες, τους αγρότες (ακόμα κι εκείνους που είναι εργοδότες), τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους εμπόρους και τους βιοτέχνες που έχουν 1, 2, 5, 10 ή 20 μισθωτούς, τους δημόσιους υπαλλήλους (ακόμα κι αν είναι διευθυντές), τους διανοούμενους... Σε μια τυπική καπιταλιστική κοινωνία, με μια τυπική ιεραρχία εξουσιών και πλούτου, “λαός” μπορεί να είναι το 70%, το 80% του πληθυσμού, ακόμα και παραπάνω... Συγκεκριμένοι “μεγαλοεπιχειρηματίες” (για τα δεδομένα του ελληνικού καπιταλισμού της δεκαετίας του ‘80 οι “Βαρδινογιάννηδες”, οι “Λάτσηδες”, οι “ΣτρατοΚατσαμπαίοι”) δεν χωράνε στον “λαό” - όλοι οι υπόλοιποι ναι. Με άλλα λόγια η έννοια του “λαού” βολεύει όσους θέλουν την εύνοιά του (κατ’ αρχήν την ψήφο του) για να κυβερνήσουν. Στο όνομά του, αλλά με εξαιρετικά συζητήσιμους σκοπούς, αφού δεν είναι δυνατόν να είναι ταυτόχρονα ευχαριστημένος ένας “μικροέμπορος” ή ένας “μικροβιοτέχνης” (που πληρώνει 5 ή 15 εργάτες / υπαλλήλους και έχει στο μυαλό του πως θα τους δίνει λιγότερα και πως θα δουλεύουν περισσότερο) και οι ίδιοι αυτοί εργάτες / υπάλληλοι.

Η γεμάτη φαντασία ρητορική του τότε πασοκ είχε και μια άλλη λέξη για να περιγράψει και να κολακέψει το “λαό”: οι μη προνομιούχοι! Σα να λέμε οι “παραπεταμένοι” - από ποιόν όμως; Προφανώς από κάποια ανώτερη δύναμη... Το γεγονός πάντως είναι πως όλοι κολακεύτηκαν απ’ τις υποσχέσεις του τότε πασοκ· και ανάμεσά τους και οι (τότε) εργάτες και εργάτριες. Για να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι, ορισμένα απ’ τα μέτρα που πήρε το (τότε) πασοκ μετά τη νίκη του στις εκλογές του Οκτώβρη του 1981 ήταν όντως εντυπωσιακά. Ειδικά εάν τα αντιμετώπιζε κανείς απ’ την μεριά της (τότε) εργατικής τάξης, είτε ήταν μαχητική είτε όχι. Πρώτα πρώτα η περιβόητη αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών κάθε χρόνο... Η περιβόητη “Α.Τ.Α.” Ως τότε οι αυξήσεις στους μισθούς ήταν πεδίο γερών συγκρούσεων ανάμεσα σε εργάτες (ή/και υπαλλήλους) και εργοδότες, συμπεριλαμβανομένου του κράτους σαν εργοδότη. Και ξαφνικά το θαύμα! Κάθε χρόνο οι μισθοί αύξαναν, ανάλογα με τον πληθωρισμό της προηγούμενης χρονιάς... Έτσι, χωρίς αγώνες, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς κινδύνους!!! “Αυτόματα”!!! Ένα βασικό στοιχείο της εργατικής υποκειμενικότητας και μαχητικότητας (η διεκδίκηση καλύτερων μισθών) έμοιαζε έτσι να περνάει στο μουσείο, χάρη σε μια “φιλολαϊκή” κυβερνητική απόφαση.

Και ύστερα η οργάνωση (για την ακρίβεια: η υπόσχεση για την οργάνωση) της δημόσιας υγείας (ΕΣΥ) και της δημόσιας παιδείας (“άνοιγμα των πανεπιστημίων”). Το καθένα στον τομέα του έδινε υποσχέσεις ένος λαμπρού μέλλοντος για κάθε ελληνική οικογένεια, και ειδικά για τις “μη προνομιούχες”. Τι αξία θα μπορούσε να έχει από τότε και στο εξής το να φωνάζουν κάποιοι “είμαστε εργάτες” εννοώντας ότι απαιτούμε όλο και μεγαλύτερο μέρος απ’ τον πλούτο που παράγουμε, αφού η καινούργια (σοσιαλιστική) κυβέρνηση - και το καινούργιο “δημοκρατικό κράτος” που δημιουργούσε σε συνεργασία με τον “λαό” - προσέφερε απλόχερα τόσες παροχές;

Όλα τα όπλα αυτού του παράξενου πράγματος που λέγεται “τίποτα δεν χαρίζεται...” ή “ταξική πάλη” έμοιαζαν πια εντελώς ντεμοντέ. Θάφτηκαν σε ανεπίσημες, σεμνές, ατομικές τελετές. Ο καθένας (και μιλάμε πάντα για τους τότε εργάτες και εργάτριες, και γενικά για τους μισθωτούς που βρίσκονταν στη βάση της πυραμίδας) έθαψε μόνος του το “τσεκούρι του πολέμου”. Η "Αλλαγή” (και προσωπικά ο Αντρέας Παπαντρέου) υπόσχονταν ότι δεν χρειάζεται πια να ματώνει κανείς αγωνιζόμενος... Δεν χρειάζεται καν να έχει τέτοιες έγνοιες... Όλα θα γίνονται για “το καλό του λαού και του τόπου”, απ’ την κυβέρνηση. Με την μεσολάβηση και την εγγύηση των “κλαδικών” - δηλαδή των συνδικαλιστικών ή/και τοπικών οργανώσεων του πασοκ (και των “λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων”).

Με δυο λόγια: οι εργάτες “εξαφανίστηκαν” την δεκαετία του 1980 σαν υποκείμενα διαρκούς αντιπαράθεσης με τους εργοδότες και τ’ αφεντικά επειδή ... νίκησαν! Ήταν μια ευχάριστη “εξαφάνιση” αν μετρούσε κανείς τη “νίκη” με τα κριτήρια του τότε πρόσφατου (και δύσκολου) παρελθόντος, πριν το 1981. Και συμβαίνει συχνά αυτό: το παρελθόν βαραίνει πάνω στις πλάτες των ζωντανών, έτσι ώστε να μην βλέπουν (και να μην καταλαβαίνουν) το μέλλον (τους). Αλλά τι συνέβαινε στ’ αλήθεια πίσω απ’ τις “αυτόματες τιμαριθμικές αναπροσαρμογές” και τα υπόλοιπα θαύματα των πρώτων χρόνων του ελληνικού σοσιαλισμού, εκείνη την δεκαετία του 1980;
Υποστηρίζουμε ότι έγιναν δύο πράγματα, που και τα δύο (αφού “πρόκοψαν” τις δύο επόμενες δεκαετίες, του 1990 και του 2000) δείχνουν τώρα το αποτρόπαιο πρόσωπό τους, μέσα στην “κρίση”. Πρώτα πρώτα οποιαδήποτε συνείδηση εργατικής συλλογικότητας, εργατικών κοινοτήτων και εργατικής υπερηφάνειας είχε δημιουργηθεί στα μαχητικά χρόνια μετά την μεταπολίτευση, διαλύθηκε μέσα σ’ έναν πανηγυρικό ατομισμό: ο καθένας κοιτάει τον εαυτό του, τα δικά του “συμφέροντα”, και της οικογένειάς του... Είναι παράξενο από πρώτη ματιά, που αυτή η εξέλιξη, η ατομικίστικη μικροαστικοποίηση, παράχθηκε μαζικά την δεκαετία του 1980 (στην ελλάδα αλλά και στην γαλλία) μέσα σε “σοσιαλιστικό περιβάλλον”, ενώ ήταν το βασικό ιδεολογικό πρόταγμα του ακριβώς αντίθετου ρεύματος, του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού! Όμως συμβαίνουν αυτά! Και έγινε (η “εξαφάνιση” της εργατικής τάξης μέσω της έντονης μικροαστικοποίησής της) σε “σοσιαλιστικό” και όχι κατ’ αρχήν σε “νεοφιλελεύθερο” περιβάλλον, επειδή υπήρξε δίπλα, στήριγμα και εφόδιο, κι αυτή η κρίσιμη εξέλιξη: ο προσανατολισμός και η εθελοντική “πρόσδεση” καθενός και καθεμιάς στους μηχανισμούς του κράτους, τους μηχανισμούς και τα κυκλώματα που εξασφάλιζαν την παροχή των “προνομίων” στους “μη προνομιούχους”. Μια θέση κάπου στο δημόσιο; Μια ευνοϊκή μετάθεση ή απόσπαση; Μια άδεια για ταξί, φορτηγό ή περίπτερο; Κάλυψη μιας “μικρής” (ή όχι και τόσο μικρής...) παρανομίας στην άδεια οικοδομής; Μια ευνοϊκή μετάθεση ή απόσπαση; Μια φιλική προαγωγή; Ένα εύκολο “επιχειρηματικό δάνειο”; (οι τράπεζες ήταν κρατικές την δεκαετία του ‘80, μην το ξεχνάμε...). Μια “άδεια” (ή, απλά, η φιλική αδιαφορία) του δήμου για “περισσότερα τραπεζάκια έξω”; Μια “εκδούλευση” στην εφορία;

Στη ντέμοντε, άχρηστη, διαλυμένη, “ιστορικά ξεπερασμένη” μετωπική αναμέτρηση των μισθωτών με τους εργοδότες και το κράτος, ήρθε και φύτρωσε (και όχι μόνο φύτρωσε αλλά και άνθισε και δίνει καρπούς ως σήμερα) μια διαφορετική σχέση. Αυτήν ανάμεσα στον προστάτη (κράτος· δηλαδή “άκρη” μέσα σε κάποιους μηχανισμούς του) και στον προστατευόμενο (πολίτη / ψηφοφόρο). Αυτή τη σχέση μπορεί κανείς να την ονομάσει πατερναλιστική. Μπορεί επίσης να την ονομάσει και μαφιόζικη - και πράγματι, εξελίχθηκε σε τέτοια λίγα χρόνια μετά. Αλλά για την δεκαετία του 1980 έμοιαζε με λύτρωση! Λύτρωση απ’ την ανάγκη να πολεμάει κανείς· και πολλοί (εργάτες) μαζί.... Λύτρωση απ’ τους κινδύνους τέτοιων αγώνων... Λύτρωση απ’ την αβεβαιότητά τους... Λύτρωση με το εξής αντίτιμο: να κοιτάει ο καθένας την πάρτη του και το βόλεμά του, και να απευθύνεται στις κατάλληλες “άκρες” για τις τυχόν απαιτήσεις του...
(Το αντίτιμο δεν ήταν σπουδαίο, ε; Ή μήπως ΗΤΑΝ;)

Sarajevo - Βιβλιοθήκη

Αυτή ήταν, περιληπτικά και χωρίς λεπτομέρειες, η ελληνική εκδοχή της πορείας απ’ το μαχόμενοι εργάτες στο “η δουλειά μου σαν ιδιοκτησία μου”: ένας πανηγυρικός μικροαστισμός που έριχνε στα αζήτητα της ιστορίας κάθε έννοια “εργάτη”, “εργατικής συνείδησης” και “εργατικού δίκαιου”, αντικαθιστώντας τα με απεριόριστο ατομισμό και οικογενειοκρατία, “κλαδικά συμφέροντα” και συνδικαλιστικούς ελιγμούς.

Διεθνώς, με αρχή την Θάτσερ (αγγλία) και τον Ρήγκαν (ηπα) είχε ξεκινήσει εν τω μεταξύ το συστηματικό ξήλωμα όλων των (εγγυημένων απ’ τα κράτη) ισορροπιών και εγγυήσεων σε ότι αφορούσε την “τιμή” και την “αξία” της εργασίας που είχαν καθιερωθεί απ’ το τέλος του Β Παγκόσμιου και μετά. Το “κράτος πρόνοιας” της χρυσής περιόδου 1945 - 1977 περιλάμβανε μια σειρά μέτρων που περιστρέφονταν γύρω απ’ την επίσημη αναγνώριση της σημασίας της εργασίας (δηλαδή των εργατών και των εργατριών) στην παραγωγή του δημόσιου πλούτου: επίσημες συλλογικές συμβάσεις για τους μισθούς και τα ωράρια· εγγυημένες παροχές υγείας και εκπαίδευσης για όλους· εγγυημένες παροχές συντάξεων μετά από κάποιες δεκαετίες εργασίας· κλπ κλπ. Το κύριο ιδεολογικό όπλο του (νεο)φιλελευθερισμού διατυπώθηκε συμπυκνωμένα απ’ το στόμα της Θάτσερ το 1981: δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα και οικογένειες είπε η “σιδηρά πρωθυπουργός” της αγγλίας, εννοώντας ότι “ο καθένας πρέπει να νοιάζεται για την πάρτη του”... πολεμώντας όλους τους υπόλοιπους.

Δεν ήταν όμως, διεθνώς, μόνο η ευρωπαϊκή και η αμερικάνικη “δεξιά” που υποστήριζε ότι πρέπει να αποχαιρετιστεί η εργατική τάξη σαν συλλογικό αγωνιστικό υποκείμενο - κάτι που θα ήταν αναμενόμενο απ’ την μεριά της... Ήταν κι ένα σημαντικό μέρος των διανοούμενων της αριστεράς. Σαν “παλιοί ειδικοί” επί του θέματος “εργάτες”, “εργατική συνείδηση”, “εργατικός ανταγωνισμός” κλπ, ήταν κυρίως αυτοί που, παριστάνοντας τους “μοντέρνους” (στην πραγματικότητα τους μεταμοντέρνους) άρχισαν να πετάνε στα σκουπίδια με την σχετική φασαρία βασικές αναλυτικές έννοιες του (αριστερού) παρελθόντος τους. “Δεν υπάρχουν πλέον εργάτες” (έλεγαν) “γιατί με τις καινούργιες μηχανές” (τους υπολογιστές και τα ρομπότ που τότε, στη δεκαετία του 1980, έκαναν την πρώτη εμφάνισή τους στην οργάνωση της εργασίας) “θα χρειάζονται όλο και λιγότεροι να δουλεύουν...” Θέλοντας θα γευτούν κι αυτοί τις χαρές, τις απολαβές, και την δόξα του νεοφιλελευθερισμού, πρόσθεταν μόνο μερικές προσεκτικές δόσεις “ευαισθησίας” στις αιμοβόρες εκδοχές της θάτσερ και του Ρήγκαν, μουρμουρίζοντας διάφορα για “κοινωνική προστασία των αδυνάτων”... Κάτι ανάμεσα σε ελεημοσύνη και μεγαλοψυχία των “δυνατών”... “Ο καπιταλισμός ξεπερνάει την υλικότητα” (έλεγαν) “και γίνεται άυλος· γνωσιακός” - κατόπιν αυτού...

Μετά την κατάρρευση και διάλυση του “ανατολικού μπλοκ” (1989 - 1990) όλα αυτά έγιναν η κοινότοπη, μοναδική αλήθεια του καπιταλιστικού κόσμου... Εργάτες; Τί εργάτες; Μα ελάτε τώρα, μη γινόμαστε γραφικοί!!!  Ο καθένας είναι “επιχειρηματίας του εαυτού” του!!! “Επενδύει σ’ αυτόν”.... “Ο Εαυτός του είναι το Κεφάλαιό του!!, το οποίο φροντίζει να του αποδίδει!” Απ’ αυτήν την οπτική γωνία, που εμφανιζόταν σαν η μοναδική, και όπου οποιαδήποτε αντίθετη χαρακτηριζόταν σαν γραφική ώστε να ξεδοντιαστεί προκαταβολικά, ο καπιταλισμός είχε πετύχει το ακατόρθωτο: οι κοινωνίες του αποτελούνταν πια ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΕΣ! “Μικρούς”, “μεσαίους”, “μεγάλους”, “πολύ μεγάλους”, αλλά πάντως (πέρα από διαφορές μεγεθών) του ιδίου φυράματος: ατομιστές, που κοιτάνε μόνο το τομάρι τους, διατεθειμένους να εξοντώσουν οποιονδήποτε θα τους φαινόταν σαν “εμπόδιο”, καταναλωτές μέχρις εσχάτων, εχθρικούς στην πράξη της “αλληλεγγύης” (που σημαίνει να ζεις κοινούς κινδύνους...), σημαιοφόρους της εξαφάνισης οποιασδήποτε εμπιστοσύνης ακόμα και στις πιο προσωπικές τους σχέσεις (“ούτε τον κώλο μου δεν εμπιστεύομαι”...) άγρια εγωκεντρικά θηρία σε κάθε τους στιγμή: στη δουλειά, στη διασκέδαση, στις συναναστροφές...
Συνέβαινε ήδη απ’ την δεκαετία του 1980 και ακόμα εντονότερα απ’ τα ‘90s και μετά κάτι που έμοιαζε να επαληθεύει αυτήν την καινούργια, χωρίς - εργάτες - καπιταλιστική - εποχή. Συνέβαινε όμως και κάτι άλλο που υπενθύμιζε το ακριβώς αντίθετο: κι αυτό έπρεπε να κουκουλωθεί, να διαστρεβλωθεί, να βγει “εκτός νόμου”. Θα τα δούμε αμέσως τώρα, αναγκαστικά περιληπτικά.

ο “τριτογενής τομέας” - και ο “τρίτος κόσμος” παντού!
Με έναν εξαιρετικά απλοποιητικό (και ιδιαίτερα επικίνδυνο) τρόπο, οι εργάτες έχουν συνδεθεί με την ύπαρξη εργοστασίων. Αυτό είναι ανιστόρητο: έχουν υπάρξει (και υπάρχουν) εργάτες γης· όπως έχουν υπάρξει (και υπάρχουν) εργάτες των υπηρεσιών: απ’ τις καμαριέρες και τις καθαρίστριες ως τους φορτοεκφορτωτές, και από τους ναυτικούς μέχρι τους ταχυδρόμους... Όμως η αφηρημένη αναπαράσταση της εργατικής τάξης, στον 20ο αιώνα, διαμορφώθηκε γύρω απ’ αυτήν την φιγούρα: τους βιομηχανικούς εργάτες. Εάν, λοιπόν, με κάποιον τρόπο “εξαφανίζονταν” (ή μειώνονταν αισθητά, ή μεταμορφώνονταν) τα εργοστάσια, δεν θα ήταν αυτό ισχυρή απόδειξη ότι “εξαφανίστηκαν” και οι εργάτες;

Κάπως έτσι δουλεύτηκε το ζήτημα, διεθνώς (στην ευρώπη και την βόρεια αμερική) απ’ την δεκαετία του 1980 και ύστερα. Το να κατασκευαστεί εξαρχής ένα εργοστάσιο είναι υπόθεση λίγων μηνών· κι έτσι μεγάλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής της ευρώπης και των ηπα άρχισε να “μετακομίζει” προς την ασία. Όπου οι εργάτες ζούσαν κάτω από αυταρχικά καθεστώτα, όπου οι εργατικοί αγώνες ήταν εξαιρετικά δύσκολοι, όπου κατά συνέπεια τα μεροκάματα και οι μισθοί ήταν πολύ χαμηλότερα απ’ ότι στον “αναπτυγμένο καπιταλιστικά” κόσμο. Ένα άλλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής μεταμορφώθηκε: καινούργιες μηχανές (ρομπότ, αυτόματα) μπήκαν στην οργάνωση της εργασίας, αναλαμβάνοντας τις πιο βρώμικες και μονότονες δουλειές. Ειδικά στις αυτοκινητοβιομηχανίες, τα ναυπηγεία, τις χημικές βιομηχανίες...

Όμως εάν το βιομηχανικό μέρος των εργατών έμοιαζε έτσι να μειώνεται δραστικά στην ευρώπη και στις ηπα, ένας άλλος καπιταλιστικός τομέας, οι “υπηρεσίες”, άρχισε να επεκτείνεται ακόμα πιο δυναμικά. Εντελώς καινούργιοι κλάδοι (όπως η βιομηχανία της διασκέδασης, των μήντια και του τουρισμού) αναπτύχθηκαν απ’ τα ‘80s εκρηκτικά· τα εκπαιδευτικά συστήματα (με τις κρατικές αλλά και τις ιδιωτικές τους πλευρές) το ίδιο· διάφοροι τομείς της υγείας επίσης. Και φυσικά, ο μεγάλος τομέας που ονομάστηκε “τεταρτογενής”, δηλαδή ο χρηματοπιστωτικός (χρηματιστηριακές εταιρείες κλπ) έκανε την θεαματική του εμφάνιση στην καπιταλιστική καθημερινότητα. 

Μ’ αυτήν την εξέλιξη (που αφορά πολλές πλευρές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της εργασίας, πλευρές που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε εδώ) στις ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές κοινωνίες, ήδη απ’ τα τέλη της δεκαετίας του 1970, έμοιαζε να συμβαίνει εκείνο που υποστηρίζαν οι “ειδικοί”, τόσο του νεοφιλελευθερισμού όσο και της μεταμοντέρνας αριστεράς: οι βιομηχανικοί εργάτες “εξαφανίζονταν”. Ο πίνακας που ακολουθεί δείχνει την “αλλαγή ποσοστών” (επί του συνόλου) των μισθωτών στον πρωτογενή (αγροτικά), δευτερογενή (βιομηχανία / βιοτεχνία / οικοδομές) και τριτογενή (υπηρεσίες) τομέα απ’ το 1975 ως το 2000 σε διάφορα ευρωπαϊκά κράτη, συμπεριλαμβανόμενης της ελλάδας:

Sarajevo - Βιβλιοθήκη
Παντού η ίδια τάση - που ωστόσο απέχει πάρα πάρα πολύ απ’ την “εξαφάνιση” ακόμα και των βιομηχανικών εργατών: μείωση των εργαζόμενων τόσο στα αγροτικά / κτηνοτροφικά όσο και στην βιομηχανία / μεταποίηση, και έντονη αύξηση των μισθωτών στις υπηρεσίες.

Όμως αυτή η αλλαγή στην “τεχνική σύνθεση” της εργασίας (στις ιδιαίτερες κατηγορίες μισθωτών δηλαδή) καθόλου, φυσικά, δεν σήμαινε (κι ούτε θα μπορούσε να σημαίνει) την εξαφάνιση των εργατών και των εργατριών ΓΕΝΙΚΑ! Το αντίθετο ακριβώς συνέβη, εφόσον απ’ την δεκαετία του 1970 και μετά μπήκαν μαζικά στην “αγορά εργασίας” και οι γυναίκες. Εκείνο που άλλαξε μέσα σε 35 χρόνια (ως σήμερα) ήταν φυσικά τα είδη των δουλειών που κάνουν οι σύγχρονοι εργάτες και εργάτριες: ειδικότητες που δεν υπήρχαν πριν 35 χρόνια υπάρχουν σήμερα· και άλλες έχουν μειωθεί ή και χαθεί. Όμως, για παράδειγμα, το να μην έχουν διάφορες δουλειές την μουτζούρα, τους κινδύνους και την κούραση του εργοστασίου αλλά να έχουν τον κόπο και την κούραση του γραφείου σημαίνει ότι αυτοί / αυτές που κάνουν τις τελευταίες ΔΕΝ είναι εργάτες; Αυτό διέδιδε ο νεοφιλελευθερισμός, κι αυτό έγινε γενικά πιστευτό. Ακόμα και απ’ τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Είπαμε: ο καθένας για την πάρτη του.... Τί “εργάτες” και μαλακίες;

Ενόσω συνέβαιναν αυτές οι αλλαγές, παρέμεναν ωστόσο πάρα πολλές θέσεις “βρώμικης” δουλειάς, και στα αγροτικά / κτηνοτροφικά, και στις βιοτεχνίες, βιομηχανίες και κατασκευές, και στις υπηρεσίες. “Βρώμικη” και κουραστική δουλειά, χωρίς air condition και “χαμόγελα”, μυρίζει ιδρώτα, μυρίζει “ατυχήματα”, μυρίζει οπωσδήποτε εργάτες ακόμα και με την δυνατότερη προπαγάνδα περί “ανυπαρξίας” τους - έτσι δεν είναι; Ποιοί και ποιές άραγε θα έκαναν αυτές τις βρώμικες (και εντελώς “αντιηρωϊκές”) δουλειές, απ’ το καθάρισμα των στάβλων ως τα χαμαλίκια στις οικοδομές, και απ’ το καθάρισμα σπιτιών και γραφείων μέχρι το καθάρισμα των δρόμων και των υπονόμων στις πόλεις; Ποιοί θα έκαναν τα φορτώματα και τα ξεφορτώματα στην πλάτη; Ποιοί θα μάζευαν τα φρούτα και ποιοί θα ξεσκάτιζαν τους κατάκοιτους γέρους; Ποιοί θα τις έκαναν όλες αυτές τις δουλειές “χωρίς - να - αναγνωρίζονται - σαν - εργάτες”; Η απάντηση δεν ήταν δύσκολη: μετανάστες και μετανάστριες!!! Και επίτηδες “χωρίς χαρτιά”, δηλαδή απαγορευμένοι, δηλαδή “ανύπαρκτοι” (και κυνηγημένοι). ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΒΟΛΙΚΟ ΑΠΟ ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ!!!

Πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νέων ανδρών και γυναικών, απ’ την ανατολική ευρώπη, την αφρική και την ασία (σε ότι αφορά την δυτική ευρώπη) και απ’ την λατινική αμερική (σε ότι αφορά τις ηπα) ήρθαν να “κλείσουν” τις τεράστιες τρύπες των βρώμικων, επικίνδυνων και σωματικά κουραστικών δουλειών, που κανένας αναπτυγμένος ευρωπαίος ή αμερικάνος δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει πλέον, μέσα απ’ την μόστρα της κατανάλωσης και της αυτοκατανάλωσης... Αλλά αυτά τα εκατομμύρια αντρών και γυναικών, με νομικούς, αστυνομικούς και ιδεολογικούς τρόπους, “δεν υπήρχαν”... Συνεπώς ούτε απ’ αυτήν την μεριά προέκυπταν εργάτες και εργατική τάξη... Αυτοί ήταν απλά οι “ξένοι”, τους οποίους γαύγιζαν και γαυγίζουν κάθε είδους μαντρόσκυλα του ρατσισμού και του φασισμού, οι συμμορίε των ανθρωποκυνηγών και των δολοφόνων, για να μην μπορούν να οργανωθούν και να παλέψουν, άρα για να είναι δια της βίας φτηνοί. Αυτοί κι αυτές, οι μετανάστες και οι μετανάστριες, ήταν οι πρώτοι που τους επιβλήθηκε ο φόβος - για να “μην κουνιούνται”. Και μεις οι υπόλοιποι, οι “ντόπιοι”, οι ντόπιοι έλληνες, οι ντόπιοι ιταλοί, οι ντόπιοι γάλλοι, οι ντόπιοι ισπανοί, ούτε που κάτσαμε να καταλάβουμε ότι η “τύχη” αυτών των εκατομμυρίων “ξένων” εργατών ήταν απλά το δικό μας μέλλον!!!

Με δυο παράλληλες κινήσεις λοιπόν οι εργοδότες και τα κράτη του ευρωπαϊκού και του βορειοαμερικανικού καπιταλισμού, απ’ την μια κουβάλησαν ένα μέρος απ’ τα πιο “βρώμικα” και “κουραστικά” είδη εργασιών στον “τρίτο κόσμο”, και απ’ την άλλη δημιούργησαν εκτεταμένες νησίδες “τρίτου κόσμου” μέσα στις πρωτοκοσμικές κοινωνίες. Για να υπάρχουν χιλιάδες εργάτες και εργάτριες φτηνοί και φοβισμένοι, να κάνουν τις δουλειές που δεν θα ήταν δυνατόν να μεταφερθούν αλλού: να μαζεύουν τα φρούτα, να βόσκουν και να ταΐζουν ζώα, να σκάβουν με το χέρι, να ξεμπαζώνουν, να καθαρίζουν τα γραφεία και τις σκάλες, να προσέχουν τους μοναχικούς γέρους και τα μωρά... Χωρίς κανένα δικαίωμα... 

Καθόλου και πουθενά, λοιπόν, δεν εξαφανίστηκαν ή έστω μειώθηκαν οι εργάτες και οι εργάτριες στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο (και στην ελλάδα) τα τελευταία 30 χρόνια!!! Το ακριβώς αντίθετο συνέβη: αυξήθηκαν κατά πολύ!!!

Πώς όμως είναι δυνατόν να αυξάνονται, να πολλαπλασιάζονται οι εργάτες και ταυτόχρονα (όχι μόνο οι εχθροί μας αλλά και) εμείς οι ίδιοι να λέμε “δεν υπάρχουν εργάτες”; Πρόκειται για “θαύμα”, ναι:  το θαύμα της ιδεολογίας!! Είναι ακριβώς το ίδιο θαύμα σα να πιστεύουν οι “βάτραχοι” ότι δεν είναι καθόλου τέτοιοι, ότι είναι μαγεμένοι πρίγκηπες, και αρκεί (δεν θα αργήσει, ε;) να τους φιλήσει μια πριγκήπισσα για να ξαναβρούν την “αληθινή μορφή” τους!!! Φυσικά η μεγάλη πλειοψηφία των εργατών δεν είναι “βάτραχοι”, κι ούτε περιμένουν μια πριγκήπισσα· νομίζουν όμως ότι είναι κάτι άλλο, ατομικά ο καθένας (και ενάντια σ’ όλους τους υπόλοιπους) επειδή στ’ αλήθεια είναι μαγεμένοι: απ’ την κατανάλωση, την δυνατότητά τους δηλαδή να αγοράζουν τα πιο φτηνά απ’ τα σκουπίδια του καπιταλισμού! Ε, έτσι είναι ο καθένας τόσο σπουδαίος (εκτός δουλειάς...) ώστε ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΔΕΧΤΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΣΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΗ! Τι; Με “μιζέριες” θα ασχολούμαστε;
Πρόκειται όμως για μιζέρια στ’ αλήθεια; Ας δούμε λίγο την σημασία που έχει για εμάς, σαν εργάτες, η καινούργια “τεχνική σύνθεση” της τάξης μας (αυτής της “ανύπαρκτης”!...) έτσι όπως αυτή έχει φτιαχτεί απ’ την ίδια την εξέλιξη του καπιταλισμού, παγκόσμια.

Sarajevo - Βιβλιοθήκη

τεχνική σύνθεση - και οι δυνατότητές μας σαν εργατών
Οι στατιστικές του ελληνικού υπουργείου παιδείας δείχνουν κάτι εντυπωσιακό. Απ’ το 1993 ως το 2004 (δηλαδή μέσα σε 11 χρόνια) το ποσοστό των νέων που σπουδάζουν (είτε σε ΤΕΙ είτε σε ΑΕΙ) επί του συνόλου των συνομηλίκων τους, πήγε από 26,7% στο 60,3%. Αν προστεθούν και εκείνοι / εκείνες που καταφεύγουν σε μεταλυκειακές σπουδές τύπου ΙΕΚ, καθώς και ο μεγάλος αριθμός εκείνων που μετά το λύκειο πηγαίνουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (προφανώς επειδή η οικογένειά τους έχει αυτήν την οικονομική δυνατότητα) τότε, χωρίς ίχνος υπερβολής, μπορούμε να πούμε ότι οι 4 στους 5 νεαρούς και νεαρές της τελευταίας “νέας γενιάς” έχουν κάποιο είδος πτυχίου ανώτερο απ’ το απολυτήριο του λυκείου! Μ’ άλλα λόγια έχουν εκπαιδευτεί από 15 έως 20 χρόνια στη ζωή τους.

Αυτό μπορεί να σημαίνει πολλά απ’ την άποψη των (ατομικών) φιλοδοξιών, καθώς και για την ιδέα που έχει ο καθένας και η καθεμιά για τον εαυτό του / της... Ίσως με ένα “χαρτί” στο χέρι να είναι ευκολότερο να πιστεύει κανείς ότι είναι ένα μαγεμένο πλάσμα που ένα φιλί της “καλής τύχης” θα το εκτοξεύσει ξανά στον θρόνο του... Αλλά αυτές οι ιδέες λέγονται απλά ιδεολογία και αφήνουν παγερά αδιάφορο το σύστημα που λέγεται καπιταλισμός... Το οποίο μπορεί να μοιράζει (ή να μην μοιράζει...) θρόνους και μεγαλεία· μοιράζει όμως δωρεάν άπειρο ψέμα.

Και να τώρα το πραγματικό ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ που κουβαλούσαν μαζί τους χιλιάδες άντρες και γυναίκες απ’ το πρώτο κύμα μεταναστών που ήρθαν στην ελλάδα απ’ τα βαλκάνια και την ανατολική ευρώπη, μια προειδοποίηση που κανένας δεν καταδέχτηκε να ακούσει και να καταλάβει.... Ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτούς τους άνδρες και τις γυναίκες που υποτιμητικά ονομάστηκαν “αλβανοί”, “βουλγάρες”, “ουκρανές”, “ρουμάνοι” κλπ, ήταν κάτοχοι πτυχίων ΑΕΙ, στις χώρες τους - κι από εκπαιδευτικά συστήματα καλύτερα απ’ το ελληνικό!!!.. Κι όλοι οι υπόλοιποι είχαν οπωσδήποτε απολυτήριο λυκείου· φυσικά δεν έλειπαν ανάμεσά τους και αρκετοί καλλιτέχνες! ΟΜΩΣ τα “χαρτιά” και τα πραγματικά προσόντα τους ήταν απόλυτα αδιάφορα για τους έλληνες εργοδότες. Σαν εργάτες τους αντιμετώπισαν, σαν απαγορευμένους εργάτες φρόντισαν να τους πληρώνουν με ψίχουλα, ή και να τους καρφώνουν στην αστυνομία τη ημέρα της πληρωμής.
Τι σήμαινε αυτή η μαζική υποτίμησή τους, που με τόση χαρά επέβαλαν σε βάρος τους οι ντόπιοι, απ’ τους μικροαστούς έως τους μεγαλοαστούς; Κάτι σημαντικό σήμαινε!...

Ένα πράγμα που καταλαβαίνει όποιος δεν ντρέπεται να αναγνωρίσει τον εαυτό του σαν εργάτη (αλλά καθόλου σαν “φουκαρά”) και δεν μπορεί να καταλάβει κανένας απ’ αυτούς που περιμένουν ένα νεύμα της τύχης για να γίνουν (μικρο) βασιλιάδες, είναι ότι οι εργάτες δεν δημιουργούνται σαν τέτοιοι από μόνοι τους. Τους δημιουργεί ο ίδιος ο καπιταλισμός! Για την ακρίβεια τους δημιουργεί η ιεράρχηση και η διατίμηση διάφορων μορφών εργασίας σε “ανώτερες” (και άρα πιο καλοπληρωμένες) και “κατώτερες” (άρα υποχρεωτικά κακοπληρωμένες), ιεράρχηση και διατίμηση που είναι δομικής σημασίας για να δουλεύει καλά η εκμετάλλευση των πάντων! 
Η ίδια η καπιταλιστική ιδεολογία προσπαθούσε πάντα να πείθει ότι οι “εργάτες” είναι (περίπου) ηλίθιοι, (περίπου) άχρηστοι, (περίπου) ανίκανοι, και μόνο χάρη στην καλοσύνη των αφεντικών γίνονται χρήσιμοι για την κοινωνία (αλλά στην πράξη για τα κέρδη των αφεντικών). Οι “αλβανοί” και οι “βούλγαροι” εργάτες στην ελλάδα είχαν πτυχία χημικού, φυσικού, φιλόλογου, μηχανικού ή οικονομολόγου... Θυμάται κανείς την “βουλγάρα καθαρίστρια” Κωνσταντίνα Κούνεβα, αυτήν την γυναίκα που έχει σπουδάσει οικονομολόγος; Έπρεπε όμως να θεωρείται “φουκαριάρα”... Μια καθαρίστρια... Τι “αξία” μπορεί να έχει μια καθαρίστρια;
Ισχυρίζεται λοιπόν αυτή η ιδεολογία (που μόνο τ’ αφεντικά εξυπηρετεί) ότι πάντα έτσι συνέβαινε: εργάτης = βλάκας, ανίκανος, “φτηνός” άνθρωπος...  Τερατώδες ψέμα!!! Απ’ τις πρώτες εποχές του καπιταλισμού στην ευρώπη, εκεί τον 18ο και τον 19ο αιώνα, όταν εκατομμύρια αγρότες διώχνονταν δια της βίας απ’ τα χωριά τους και αναγκάζονταν να δουλεύουν σαν εργάτες στα πρώτα υφαντουργεία, εκείνοι οι εργάτες δεν ήταν ούτε άχρηστοι, ούτε ηλίθιοι, ούτε ανίκανοι σαν άνθρωποι! Τους είχαν καταστρέψει όμως τον τρόπο και το περιβάλλον στο οποίο ήξεραν να ζουν (να δουλεύουν, να γιορτάζουν, να πενθούν), και σαν “κατεστραμένοι” χωρίς διέξοδο, είχαν πράγματι σε μεγάλη έκταση μια ροπή “αυτοϋποτίμησης” και “αυτοκαταστροφής”... Μέχρι που άρχισαν να οργανώνονται, σε παρέες, σε κοινότητες, κι αργότερα σε εργατικές ενώσεις, συνδικάτα, κόμματα. Μέχρι που δημιούργησαν οι ίδιοι τις δυνατότητες να αντιστρέψουν την ψυχολογική και συναισθηματική καταστροφή που τους είχε επιβληθεί. Και τότε έδειξαν ότι είναι ικανοί για πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν ποτέ τα αφεντικά να διανοηθούν! Η Παρισινή Κομμούνα (1871) κράτησε λίγο· όμως αξίζει κανείς να διαβάσει ένα προς ένα τα απίστευτα μέτρα που πήρε. Θα ήταν ποτέ δυνατόν “ηλίθιοι, άχρηστοι και ανίκανοι” να έχουν τέτοια καταπληκτική κατανόηση του κόσμου τους; Ναι, ήταν, γιατί οι εργάτες είναι δυνατό να κατέχουν, ατομικά και ακόμα περισσότερο συλλογικά, απίστευτες διανοητικές και συναισθηματικές δυνατότητες!
Τον “εργάτη” μπορεί κανείς να το βλέπει με τα μάτια του αφεντικού· δηλαδή σαν κάτι ευτελές, που δεν αξίζει και πολλά πολλά, κι ούτε πρέπει να έχει απαιτήσεις... Μπορεί όμως να το δει κανείς με τα δικά μας μάτια, όπως πραγματικά είμαστε. Όταν λοιπόν ξεφορτωθούμε τις σύγχρονες τελετουργίες της αυτοκαταστροφής μας (κι αυτές είναι πολλές και “γοητευτικές”) τότε, σαν εργάτες, είμαστε κοινωνικά εξαιρετικά ικανοί και δημιουργικοί άνθρωποι! Είμαστε τέτοιοι είτε έχουμε “χαρτιά” εκπαίδευσης είτε όχι - αλλά φυσικά κανένα αφεντικό δεν πληρώνει για τα “πολλά” που είμαστε ικανοί, παρά μόνο για τα ελάχιστα και συγκεκριμένα που θέλει από εμάς κάθε φορά. Θέλει εδώ λατζέρηδες, εκεί χαμάληδες, πιο κει καθαρίστριες, πιο πέρα σερβιτόρες, πιο κει οικοδόμους.... Και, φυσικά, δεν πρόκειται να πληρώσει παραπάνω (αντίθετα, κοιτάει πάντα να πληρώνει λιγότερα) αν αυτοί οι λατζέρηδες, χαμάληδες, καθαρίστριες, σερβιτόρες, κούριερ, γραμματίνες, οικοδόμοι, οδοκαθαριστές, σιδεράδες κλπ κλπ μπορούν να τραγουδάνε, να γράφουν στίχους, να φτιάχνουν όμορφα παραμύθια ή να χορεύουν!!!

Έτσι, λοιπόν, κατασκεύαζε πάντα ο καπιταλισμός τους εργάτες, τους προλετάριους σαν (εικονικά) ακρωτηριασμένους ανθρώπους: “προσλαμβάνοντάς” τους για κάτι πολύ λιγότερο απ’ την πλήρη δημιουργικότητά τους, και πληρώνοντας τους όσο λιγότερο θα ήταν δυνατόν. Φρόντιζε επιπλέον (η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία και τα μήντια είναι καλό κόλπο, παλιότερα την δουλειά την έκανε η θρησκεία και οι εκκλησίες) να μένουν όσο πιο αποβλακωμένοι μπορούν αυτοί οι “ακρωτηριασμένοι”, ώστε να μην γίνονται πραγματικά επικίνδυνοι.

Και το ίδιο ακριβώς κάνει και σήμερα, παρότι “παρέχει” διάφορα πιστοποιητικά “ειδικών γνώσεων” μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος· πιστοποιητικά πληρωμένα ακριβά σε κόπο και χρήμα. Και πάλι δημιουργεί την σύγχρονη εργατική τάξη· τους χιλιάδες νεαρούς και νεαρές που δουλεύουν (υποχρεωτικά και με την σφραγίδα του νόμου πλέον) για 530 ευρώ το μήνα 40 και βάλε ώρες την βδομάδα· τους χιλιάδες που άσχετα με “προσόντα” και, κυρίως, την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους, πρέπει να κάνουν 2 και 3 δουλειές για να τα βγάζουν πέρα...

Sarajevo - Βιβλιοθήκη

Aσχετα με την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους; Όχι ακριβώς! Για να δουλεύει η μηχανή της υποτίμησης των σύγχρονων εργατών, πρέπει να υποτιμούν (και να αυτοϋποτιμούν) οι ίδιοι τη νοημοσύνη τους... Και ο πιο πετυχημένος σημερινός τρόπος αυτοϋποτίμησης είναι να νομίζει ο καθένας ότι - είναι - κάτι - άλλο! Το “παραμύθιασμα” σκοτώνει την καρδιά και το μυαλό, γιατί κομματιάζει τον κόσμο και την πραγματικότητα, και δημιουργεί μαζικά “ψυχολογικά προβλήματα” (μανιοκαταθλίψεις, παράνοιες) που τα χρεώνεται ο καθένας σαν δικό του φταίξιμο...

Κι έτσι συμβαίνει το εξής, που όταν το περιγράφουμε με απλά λόγια δείχνει πόσο τρομακτικό είναι. Ενώ όλοι εμείς, εκατομμύρια άντρες και γυναίκες, ντόπιοι και μετανάστες, έχουμε τρομερές συλλογικές δυνατότητες, τρομερό απόθεμα ικανοτήτων του μυαλού και της καρδιάς, ο μόνος τρόπος να τα ανακαλύψουμε είναι να αναγνωρίσουμε την πραγματική κοινωνική μας θέση και να ξεφορτωθούμε τα ατομικίστικα φαντάσματα: είμαστε η σύγχρονη εργατική τάξη, που περιλαμβάνει από δασκάλους και γιατρούς που δουλεύουν αποκλειστικά στον δημόσιο τομέα μέχρι εργάτες γης και καθαρίστριες, από djs και γκαρσόνες μέχρι ηλεκτρολόγους και κατασκευαστές σκηνικών, από οπερατέρ μέχρι οικοδόμους και χορεύτριες, από βιομηχανικούς εργάτες μέχρι οδηγούς φορτηγών και ταξί, από ντελιβεράδες μέχρι υπαλλήλους σε δικηγορικά γραφεία... ΝΑΙ, ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΛΛΟΙ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΟΥ· και το σημαντικότερο: ΕΧΟΥΜΕ ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΑΓΩΝΑ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ... άμα φυσικά στρώσουμε κάτω τους κώλους μας, και ασχοληθούμε συλλογικά με τα δικά μας δίκαια.

Όσο, όμως, δεν κάνουμε αυτή τη θεμελειώδη αναγνώριση, προσπαθούμε να πουλήσουμε ατομικά τα “προσόντα” μας όσο όσο, κοιτάμε στραβά ο καθένας όλους τους υπόλοιπους (γιατί είναι ανταγωνιστές για τα ψίχουλα), σπρώχνουμε και σπρωχνόμαστε (και τ’ αφεντικά το διασκεδάζουν)... Δηλαδή, με δυο λόγια, αυτοσακατευόμαστε - τώρα όχι για χάρη μιας θρησκευτικής πίστης και της “μετά θάνατον ζωής”, αλλά για κάτι το ίδιο μεταφυσικό, το ίδιο πρόστυχο, το ίδιο ηττοπαθές: για χάρη μιας ελπίδας “ατομικής επιτυχίας”. Κι όμως: μέσα στη συνείδηση του ότι είμαστε οι πραγματικοί δημιουργοί του πλούτου, ότι είμαστε η εργατική τάξη, μόνο μέσα σ’ αυτή τη συνείδηση μπορεί να ανθήσει η προσωπικότητα του καθενός και της καθεμιάς! 

Ας ξεμπερδεύουμε λοιπόν με τις επίκτητες και τόσο “αυτονόητες” (;) αυταπάτες μας, που αυτές και μόνον αυτές είναι η αιτία της όποιας δυστυχίας μας.
α) Οι εργάτες μπορεί να είμαστε “φτωχοί” από οικονομική άποψη, αλλά αυτό οφείλεται ΜΟΝΟ στην άγρια υποτίμησή μας, στην άγρια εκμετάλλευσή μας, απ’ όλα τ’ αφεντικά στον καπιταλισμό. Γινόμαστε πραγματικά φτωχοί συναισθηματικά, ηθικά, διανοητικά, όταν ξεμοναχιαζόμαστε, όταν γινόμαστε αντικοινωνικοί μεταξύ μας, όταν κλεινόμαστε στα καβούκια των “ατομικών προοπτικών” - ή των συμμοριών. Αλλιώς η εργατική τάξη ποτέ δεν ήταν φτωχή! Υπάρχουν ακλόνητες αποδείξεις, και μάλιστα στον πιο λαμπρό “ευαίσθητο” τομέα, στον “πολιτισμό”: τα μπλουζ και τα ρεμπέτικα, που είναι η βάση της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας, ήταν μουσικές και τραγούδια εργατών· κι όχι διαφημιστών, στελεχών επιχειρήσεων ή πανεπιστημιακών! Χωράφια έσκαβαν (εργάτες γης) στις φυτείες οι πρώτοι αφρικάνοι / δούλοι που έφτιαχναν τα τραγούδια τους. Όσο για τους ρεμπέτες; Από εκδοροσφαγείς μέχρι λιμενεργάτες... Στην πράξη μάλιστα όλα τα μουσικά και χορευτικά ήδη που εμπορευματοποιήθηκαν στον 20ο αιώνα, απ’ την disco ως το ροκ εν ρολ και το ραπ, ήταν εντυπωσιακή επίδειξη του πνεύματος και του γούστου εργατικών τάξεων και κοινοτήτων. Κι ας μην μιλήσουμε για όλες τις εκδοχές της σύγχρονης “έθνικ” μουσικής...

Ποιοί είναι λοιπόν οι πραγματικά φτωχοί;
β) Το να είναι εκείνη ή η άλλη δουλειά “καθαρή” δεν σημαίνει καθόλου ότι εκείνος ή εκείνη που την κάνει δεν είναι εργάτης. Οι ειδικότητες και τα επιμέρους είδη εργασιών αλλάζουν καθώς αλλάζει το μηχανολογικό υπόβαθρο του καπιταλισμού και οι συνήθειες των καπιταλιστικών κοινωνιών. Όμως άλλο πράγμα η αλλαγή και εντελώς διαφορετικό η “εξαφάνιση των εργατών”. Κάποτε ο τσαγκάρης και η ράφτρα ήταν τεχνικές δουλειές που είχαν κάποιο κύρος, και χρειάζονταν μακρόχρονη μαθητεία στην πράξη ή και σπουδές για να τις κάνει κάποιος. Τώρα αυτές οι δουλειές έχουν απορροφηθεί απ’ την βιομηχανική οργάνωση και γίνονται μαζικά στα κολαστήρια των εργοστασίων παπουτσιών και ρούχων στην Ασία ή σε διάφορα φασονάδικα στα μέρη μας και στα Βαλκάνια. Ο τσαγκάρης και η ράφτρα ήταν και είναι τεχνικοί, δηλαδή ειδικευμένοι εργάτες, όπως ακριβώς (είναι τέτοιοι) οι επισκευαστές και οι προγραμματιστές υπολογιστών ή οι επισκευαστές ρομπότ. Έχει σημασία που οι υπολογιστές και τα ρομπότ είναι “κάτι καινούργιο” ενώ τα ρούχα και τα παπούτσια είναι “κάτι παλιό”; Μόνο για το παραμύθιασμα...
γ) Το “είμαι εργάτης” καθόλου δεν σημαίνει “είμαι φουκαράς” ή “είμαι δυστυχισμένος”! Αντίθετα, το “είμαι κάτι άλλο απ’ αυτό που είμαι, πότε λοιπόν θα γίνω κι εγώ πετυχημένος διάολε;”, αυτή η τόσο κοινή αίσθηση του ξεπεσμού (“δίκαιου” ή “άδικου” δεν έχει καμία σημασία) δημιουργεί ανθρώπους μίζερους, μνησίκακους, εριστικούς, πραγματικά δυστυχισμένους, όσα φάρμακα κι αν καταναλώνουν για να αντέχουν, όσα ψέμματα κι αν πουλάνε σε εαυτούς και άλλους. Το “είμαι εργάτης” σημαίνει αυτό: ανήκω στους πραγματικούς δημιουργούς του κόσμου, και θα κάνω ό,τι περισσότερο και καλύτερο μπορώ για να βρω κι άλλους σαν κι εμένα ώστε να διαλύσουμε αυτό το ανθρωποφάγο βασίλειο που ληστεύει την δουλειά, το μυαλό και την καρδιά μας....

Και μέχρι τότε δεν θα το βάλω κάτω ποτέ!!
Αξίζει να διαβάσει κανείς την προσωπική εκμυστήρευση που ακολουθεί, από ένα blog με ημερομηνία 30 Μάρτη του 2009. (Την πήραμε από μια έκδοση των μητροπολιτικών συμβουλίων αυτόνομων σχετικά με τις “νέες εργατικές φιγούρες”, που έγινε στις αρχές Μάρτη του 2011). Και αξίζει γιατί είναι μια περιγραφή που μπορεί να διαβαστεί με δύο εντελώς αντίθετους τρόπους:

Γειά σας... Δουλεύω από τα 16 μου σε οποιαδήποτε δουλειά έβρισκα και πήγαινα σχολείο και σπούδασα αργότερα. Οι γονείς με βοηθούσανε αλλά όχι πάντα, τη δεύτερη ξένη γλώσσα την πλήρωνα εγώ ή τα νοίκια άλλες φορές εγώ, άλλες οι γονείς μου. Έχω κάνει αρκετές δουλειές σε cafe, delivery, σε μαγαζιά πωλητής, αποθηκάριος, υπάλληλος γραφείου, διαφημιστικά, ό,τι θες, και παράλληλα σπούδαζα.
Όταν τέλειωσα σπουδές γύρισα σπίτι, και έψαχνα πάλι για δουλειά, συνέχιζα να κάνω ό,τι έβρισκα για να παίρνω τουλάχιστον το χαρτζιλίκι μου. Αυτό ήταν το λάθος μου, που γύρισα, αλλά παρόλο που αγωνιζόμουν τόσο, είμαι και λίγο καλοπερασάκιας.
Έχω ακούσει αρκετά βρισίδια στις δουλειές και αλλού έκανα υπομονή, αλλού έφευγα. Προοπτικές ελάχιστες, και λεφτά ίσα ίσα που φτάνανε και αρκετές υπερωρίες, και να σε βρίζουν κιόλας. Αυτά όλα, ξέρετε, επηρεάζουν και άλλους τομείς, όπως σχέσεις, κοινωνικές επαφές. Δε μπορείς εύκολα (γίνεται, αλλά θέλει μεγάλη δύναμη) να ακούς να σε βρίζει άσχημα ο κάθε αγγράμματος που έτυχε να ‘χει τη δουλειά του μπαμπά του, και εσύ μετά να έχεις ήρεμη σχέση με την κοπέλα σου ή τους φίλους σους, κάπου τρελλαίνεσαι κιόλας. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά να σου τελειώνουν σε 4 ημέρες τα 150 ευρώ την βδομάδα που παίρνεις. Απογοητεύεσαι τελείως. Για το δημόσιο δεν το συζητάω, έχω κάνει πάρα πολλές φορές χαρτιοά, μέχρι που βαρέθηκα, και σας πω πλέον δεν μ’ ενδιαφέρει να μπω εκεί, και να βαριέμαι τη ζωή μου. Τα ίδια κάθε μέρα, όσο σίγουρος και ‘ναι ο μισθός, εγώ πάντως θα νιώθω ανία.
Το όνειρό μου επαγγελματικά είναι να δημιουργήσω κάτι στο ελεύθερο επάγγελμα. Αλλά όσες φορές το προσπάθησα, τον ένα μήνα έβγαζα ένα ποσό της τάξης των 700 ευρώ, τον άλλο τίποτα, άρα πάλι τα ίδια. Είπα, είμαι και καλοπερασάκιας, γι αυτό και γύρισα σπίτι, αλλά περνούσα χειρότερα με τους γονείς, καυγάδες κάποιες φορές, ένοιωθα εγκλωβισμένος, άνεργος αρκετές φορές, να με συντηρούν οι γονείς μου. Δηλαδή να είμαι 28, να έχω την ανεργία απ’ την μια και τα 600, 700 ευρώ όποτε είχα δουλειά, και να μένω στο πατρικό απ’ την άλλη, αλλά να μην πληρώνω ενοίκιο και κάποια άλλα έξοδα. ΔΕΜΟΥΑΡΕΣΕ, αλλά και πού να πήγαινα; Να κάνω 2 δουλειές πάλι, ό,τι να ‘ναι, την μία είσαι - την άλλη δεν είσαι, να μην έχω προσωπική ζωή, ενδιαφέροντα; Και δεν μιλάω για πολυτέλειες ρε παιδιά, αλλά παρόλο που έχω δουλέψει αρκετά, πολλές φορές δεν είχα για ένα φαΐ, ένα καφέ, ένα ρούχο που το είχα ανάγκη να πάρω.
Αυτή τη στιγμή είμαι άνεργος (ΑΠΟ ΜΟΝΙΜΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΝΝΟΩ), έχω φύγει απ’ το σπίτι, και ζω μόνος μου. Πώς τα καταφέρνω; Δουλεύω όπου βρω part time, ασφάλεια δε βάζει κανείς, σταθερό μισθό δεν έχω, και όλα αυτά μέχρι πότε; Είμαστε και άνθρωποι, και έχουμε και άλλες ανάγκες, δεν γίνεται να αναλωνόμαστε όλο στα ίδια και στα ίδια. Όποτε παίρνω εφημερίδα βλέπω ακριβώς τα ίδια που έβλεπα και πέρυσι και πρόπερσι, δηλαδή όσο και όρεξη να’χεις να δουλέψεις, κάπου σε έχει κουράσει όλο αυτό, γιατί ξέρεις τι θα βρεις σε όποια δουλειά μας, και λες ρε γαμώτο, μια ζωή βρισίδια θ’ ακούω, μια ζωή 700 θα παίρνω και θα ζω με το άγχος, μια ζωή θα μου δίνουν οι γονείς μου όταν θα ‘μαι άνεργος;
Δηλαδή ρε παιδιά τι άλλο πρέπει να κάνουμε για να ζήσουμε σα νέοι που είμαστε στη ζωή μας; Να μπούμε στη μαύρη αγορά, να πουλήσουμε το κορμί μας; Να μου πει κάποιος γιατί εγώ όσα πτυχία και αν έχω, όσες δουλειές κι αν έκανα, γιατί να είμαι τώρα 30 και να ζω αυτή την κατάσταση, την ανασφάλεια και την μη οικονομική σταθερότητα;
Αυτήν την εξομολόγηση μπορεί κανείς, θεωρητικά, να την διαβάσει με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι “α, κοίτα τι τραβάει αυτό το παιδί”. Αλλά όποιος είναι τίμιος με τον εαυτό του, θα αναγνωρίσει σ’ αυτά που περιγράφονται πιο πάνω, περιστάσεις που τις έχει ζήσει κι ο ίδιος, και οι περισσότεροι γνωστοί και γνωστές του!!! Δεν υπάρχει τίποτα προσωπικό, καμία “ατομική κακοτυχία” σ’ όσα λέγονται εδώ... Κι ωστόσο το να εξατομικεύονται τέτοιες καταστάσεις εμφανίζεται πάντα σαν έξοδος κινδύνου (που δεν οδηγεί πουθενά...)

Ο δεύτερος τρόπος είναι να αναγνωρίσει ότι εδώ έχουμε μια κλασσική περιγραφή της ζωής της σύγχρονης εργατικής τάξης! Ο άνθρωπος που μιλάει, με πτυχίο και δύο ξένες γλώσσες, αυτήν ακριβώς την ζωή ζει, την ζωή ενός σύγχρονου εργάτη, ενός ανάμεσα σε χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια στην ευρώπη και στον κόσμο, που έχουν πάνω κάτω την ίδια ηλικία και τις ίδιες εμπειρίες. Όμως, αν διαβάσει κανείς τα πιοα πάνω απ’ αυτή την μεριά, κάτι λείπει. Είναι το ίδιο που είπαμε στην αρχή αρχή: αυτός που κάνει αυτήν την εξομολόγηση, ενώ είναι ιδιαίτερα εύστοχος και ακριβής στην περιγραφή, ΔΕΝ εννοεί ακόμα τον εαυτό του “εργάτη”. Μπορεί να είναι ένας απ’ τους πολλούς που φοβάται (ή νομίζει) ότι αν αναγνωρίσει κάτι τέτοιο, θα είναι σα να βάζει ταφόπλακα στις προσωπικές του ελπίδες... Προτιμάει λοιπόν να τελειώνει με ένα αβέβαιο ερώτημα, που μένει μετέωρο και αναπάντητο, και μπορεί να ανακυκλώνεται συνέχεια, σαν κακό μεθύσι.

Διαφορετικά, θα υποψιαζόταν ότι “δεν υπάρχει ατομική λύση”· και πως, το καλύτερο μέλλον που δίκαια επιθυμεί, περνάει μέσα από μαχητικούς, αποφασιστικούς, σκληρούς αγώνες... Αγώνες εργατικούς! Που μπορεί να έχουν εκ των προτέρων αβέβαιη και αμφίβολη έκβαση, όμως τουλάχιστον θα του προσφέρουν όλη εκείνη την χαρά του θυμωμένου δημιουργού του κόσμου που ανακαλύπτει τις συλλογικές δυνατότητες και τον συλλογικό πλούτο της αντιστεκόμενης τάξης του.
Γιατί μπορεί όλα να είναι αβέβαια στις ημέρες μας. Αλλά αυτό μπορεί να ξυπνάει τις συνειδήσεις, και την χαρά του να προσπαθείς να πάρεις πίσω (όχι μόνος σου αλλά με πολλούς και πολλές, με υπομονή, επιμονή και αποφασιστικότητα, με χαρές και πίκρες) αυτό που σου κλέβουν!

Sarajevo - Βιβλιοθήκη

σαν εργάτες μέσα στην (περιβόητη) κρίση:
ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΔΙΚΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ!!!
Όλα τα προηγούμενα δεν είναι ούτε παιχνίδια του μυαλού ούτε αμπελοφιλοσοφίες. Έχουν πολύ απτά αποτελέσματα. Όχι μόνο σήμερα. Αλλά εδώ και δεκαετίες. Είναι για παράδειγμα σωστό και δίκαιο το να δουλεύει κάποιος 2 και 3 δουλειές, να δουλεύει δηλαδή σαν το σκυλί, για να τα φέρει βόλτα επειδή αποφάσισε να παντρευτεί και να κάνει ένα ή δύο παιδιά; Είναι αυτό σωστό και δίκαιο; Όχι - δεν είναι. Είναι μήπως σωστό και δίκαιο άλλοι να είναι υποχρεωμένοι, αναγκασμένοι, να δουλεύουν 60 και 70 ώρες την βδομάδα και άλλοι να μην βρίσκουν δουλειά; Όχι, ούτε αυτό είναι δίκαιο και σωστό.
Κι όμως αυτά συνέβαιναν σε εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και εργάτριες πριν απ’ την κρίση. Πως να τα πολεμούσε κανείς αυτά; Μόνος του; Αδύνατο. Κι αφού κόμματα και συνδικάτα ασχολούνταν εδώ και δεκαετίες μόνο με τα συμφέροντα των στελεχών τους, όλα είχαν γίνει ακόμα πιο δύσκολα. Εμπιστοσύνη; Μηδέν. Προφανώς, αυτό που δεν μπορεί να πολεμήσει ο καθένας μόνος του, πρέπει να το πολεμήσουν πολλοί μαζί....

“Καλάαααα!” θα ήταν το σχόλιο... “Αυτό είναι σαν την Δευτέρα Παρουσία”. Πράγματι. Αφού δεν κάναμε ποτέ την γερή αρχή να φτιάξουμε αυτό που χρειαζόμαστε, τις οργανώσεις των εργατών για τους εργάτες, κάθε ελπίδα για αξιοπρεπή και όχι εξοντωμένη ζωή έφτασε να μοιάζει σαν υπόσχεση α λα “δευτέρα παρουσία”... Όμως η πραγματική κόλαση για εμάς δεν είναι εκεί. ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ. Και άνοιξε ακόμα πιο διάπλατα το στόμα της κάτω απ’ το όνομα “κρίση”.
Στα τρία προηγούμενα τετράδια για εργατική χρήση* προσπαθήσαμε να δώσουμε τις εξηγήσεις που κατά τη γνώμη μας έβαζαν το ζήτημα της κρίσης στη σωστή του βάση: υποτίμηση της εργασίας, κι ακόμα μεγαλύτερη υποτίμηση της εργασίας· δηλαδή της ζωής μας. Άλλοι έδωσαν άλλες εξηγήσεις που (χάρη και στη βοήθεια του συστήματος) έγιναν πιο πιασάρικες:

- Πρώτα πρώτα διάφορες “θεωρίες συνωμοσίας”! Δεν θα πούμε τίποτα γι’ αυτές, εκτός απ’ το: να λοιπόν ένας “χαρούμενος τρόπος” για να σαπίζει το μυαλό! Γιατί αυτό έχουν σα σκοπό οι “θεωρίες συνωμοσίας”:  βρίσκει ο καθένας έναν “συνωμότη”, και απο ‘κει και μετά ασχολείται μόνο να του φορτώνει ό,τι μπορεί. Φυσικά αυτός ο “συνωμότης” είναι κατά βάθος τόσο δυνατός ώστε δεν υπάρχει καμία ελπίδα να νικηθεί...
- Άλλη εξήγηση: οι διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών καπιταλισμών...
- Άλλη εξήγηση: οι φαταούλες πολιτικοί και η προδοτική κυβέρνηση...
- Άλλη εξήγηση: βάλτε κάτι που ακούσατε...
Μερικά επιμέρους στοιχεία εδώ κι εκεί (ειδικά απ’ τις απόψεις της αριστεράς) έχουν μεν κάποια βάση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν το κέντρο του ζητήματος. Είναι δευτερεύουσες και τριτεύουσες πλευρές του θέματος “κρίση”, τις οποίες τα κόμματα (μικρά και μεγάλα) της αριστεράς, προωθούν επειδή είναι ακίνδυνες αλλά ελπίζουν να τους αποφέρουν το γνωστό κέρδος: ψήφους. Απ’ την άλλη, ισχύει το εξής: ανάλογα με την εξήγηση που δίνεται για την περιβόητη “κρίση”, βάζει ο καθένας τους στόχους του αν πρόκειται να κάνει κάτι πρακτικό.... ή, ακόμα, κι αν πρόκειται να περιοριστεί σε βρισιές και σε κατάρες...

Λέγοντας (εμείς) λοιπόν ότι στην καρδιά της κρίσης ήταν:

α) πριν αυτή ξεσπάσει, η υποτίμηση της εργασίας (μείωση των πραγματικών μισθών, επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, κοψίματα στις “άχρηστες” δαπάνες των εργοδοτών, όπως η ασφάλιση και οι συντάξεις, κλπ), πράγματα που συνέβαιναν “λίγο λίγο” ήδη απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, και
β) αφού ξέσπασε, ακόμα μεγαλύτερη υποτίμηση (δηλαδή ακόμα μεγαλύτερες δόσεις άγριας εκμετάλλευσης), με το πρόσχημα τώρα των κρατικών / εθνικών χρέων, λέγοντας αυτά εννοούσαμε και το που πρέπει να στοχεύσουμε.

Σαν εργάτες. Στόχος μας λοιπόν πρέπει να είναι, παρά όλη την δημαγωγία περί “λεφτά γιοκ”, κόντρα στο ρεύμα, η ανατίμηση της εργασίας. Γενικά, καθολικά, για τους πάντες. Τους παλιούς εργάτες / μισθωτούς αλλά και τους νέους. Τους άντρες και τις γυναίκες. Τους ντόπιους και τους μετανάστες.

Όταν λέμε “ανατίμηση της εργασίας” το μυαλό πάει, βέβαια, σε λεφτά. Σωστό - αλλά μόνο εν μέρει. Ανατίμηση της εργασίας και η κοινωνικοποίηση των πρώην δημόσιων συστημάτων υγείας και εκπαίδευσης, με δραστική αλλαγή στα περιεχόμενά τους. Ανατίμηση της εργασίας είναι και η απελευθέρωση του “ελεύθερου χρόνου” μας απ’ τον βούρκο της κατανάλωσης. 

Όμως ξέρουμε ότι οι “μεγάλες ιδέες” και τα “παχιά λόγια” περισσεύουν σ’ αυτήν εδώ την κοινωνία. Οπότε δεν θέλουμε να μιλήσουμε για τους σωστούς και δίκαιους στόχους που θα μπορούσαμε να βάλουμε... αλλά για κάτι πριν απ’ αυτούς. Μπορούμε, στα σοβαρά και στα λογικά μας, να επιδιώξουμε ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ την ανατίμησή μας σαν εργάτες, σήμερα που μας πατάνε όλο και δυνατότερα στο σβέρκο; Την απάντηση ας τη δώσει μόνος του κάθε σύγχρονος εργάτης, ΑΦΟΥ ΟΜΩΣ ΣΚΕΦΤΕΙ ΜΕ ΤΡΟΠΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ απ’ ό,τι ως τώρα. Βάζοντας μερικά “αόρατα” κομμάτια του πασλ στη θέση τους. Να τι εννούμε:
Τι περιγράψαμε στις προηγούμενες σελίδες μιλώντας για τους μαγικούς τρποπους με τους οποίους “εξαφανίστηκε” η εργατική τάξη στην ελλάδα; Περιγράφαμε μια αλυσίδα με κρίκους ιδεολογημάτων, πεποιθήσεων, βεβαιοτήτων, φαντασιώσεων ατομισμού και εγωκεντρισμού. Που ενώ δεν ήταν οι ίδιοι αυτοί οι κρίκοι “φράγκα”, πριόνιζαν σιγά σιγά και το ύψος του βασικού μισθού· και τα ωράρια· και τις σχέσεις εργασίας· και την ασφάλιση· και όλα... Περιγράφαμε δηλαδή τις προϋποθέσεις (που εμείς οι ίδιοι επιτρέψαμε να υπάρχουν) για την υποτίμησή μας, πριν αυτή πάρει την μορφή όλο και πιο μειωμένων μισθών, ανεργίας, αδέσποτων ωραρίων, κλπ. Τελικά περιγράφαμε την υποτίμηση - πριν - την - υποτίμηση.

Τι πάει να πει αυτό; Πάει να πει ότι υπάρχει πάντα μια συνεχόμενη αυτο-υποτιμητική διαδρομή ΠΡΙΝ η υποτίμηση (μας, σας εργατών) πάρει τις οριστικές, βάρβαρες, σκληρές και ολοκληρωμένες μορφές του γενικού οικονομικού στραγγαλισμού μας!!! Το ότι είναι μια τέτοια μακρόχρονη εξέλιξη που φτιάχνει τις προϋποθέσεις να την φάμε γερά στο κεφάλι και δεν πρόκειται για κάτι στιγμιαίο και “συνωμοτικό” εκ μέρους των αφεντικών, είναι το κρίσιμο, ΙΣΤΟΡΙΚΟ κομμάτι του παζλ, που πρέπει να βάλουμε στη θέση του. Φάγαμε πολλές, και στα μούτρα και στο στομάχι, κάνοντας ότι “δεν τρέχει τίποτα”, μέχρι να βγούμε νοκ άουτ στον 10ο γύρο. Αν δεν κοιτάγαμε την πάρτη μας πριν είκοσι, δέκα ή πέντε χρόνια δεν θα ήμασταν τώρα ξεμοναχιασμένοι. Αν δεν πιστεύαμε σε θαύματα πριν είκοσι, δέκα ή πέντε χρόνια δεν θα ήμασταν τώρα ηττοπαθείς. Αν δεν βάζαμε το κεφάλι στην άμμο πριν είκοσι, δέκα ή πέντε χρόνια δεν θα ήμασταν τώρα φοβισμένοι.

Αφού, λοιπόν, η υποτίμηση της εργασίας ξεκινάει πολύ πριν τις “τελευταίες πράξεις του έργου της”· κι αφού αυτή η μακριά προετοιμασία έχει πολλή ιδεολογία και πολλή πειθαρχία (σε κόμματα, σε εργατοπατέρες, σε παρακρατικούς, σε κατανάλωση, σε μήντια...) προκύπτει το εξής συμπέρασμα: Η ΑΝΑΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ, δεν αρχίζει απ’ τα φράγκα αλλά φτάνει σ’ αυτά, αφού έχουμε εξασφαλίσει την ποιότητα της δράσης μας... Φτάνει σ’ αυτά με μαθηματική ακρίβεια αφού ΠΡΙΝ έχει φτιάξει - εμείς, δηλαδή, έχουμε φτιάξει - τα δικά μας ακλόνητα σκαλοπάτια διανοητικής, συναισθηματικής, ψυχολογικής, τελικά πολιτικής ΑΝΟΡΘΩΣΗΣ. Είναι η ανατίμηση - πριν - την - ανατίμηση!

Το ότι τίποτα δεν σου χαρίζουν το ξέρει κάθε εργάτης, κάθε εργάτρια. Τι σημαίνει αυτό; Ότι προετοιμάζεσαι για να τραβήξεις το σπαθί... Για να μπορείς να το τραβήξεις χωρίς να τρέμουν χέρια, πόδια, μυαλό και καρδιά. Προετοιμάζεσαι σωστά και κατάλληλα σήμερα και αύριο μόνο αν καίγεσαι απ’ την ανάγκη να πολεμήσεις το γρηγορότερο. 

Οπότε, η ερώτηση εάν “γίνονται τέτοια πράγματα - όπως η ανατίμησή μας σαν εργατών - τέτοιους ζοφερούς καιρούς” έχει την εξής διπλή απάντηση.

Α: Ασφαλώς και γίνονται, ασφαλώς και μπορούν να ξεκινήσουν ΧΤΕΣ, μέσα στο ζόφο, εάν ΕΜΕΙΣ αρχίσουμε να σκεφτόμαστε εντελώς διαφορετικά απ’ ότι ως τώρα (όχι μίζερα, όχι συμβιβασμένα, όχι με εύκολα κλισέ και έτοιμες “λύσεις”, όχι μικροαστικά, όχι σα “μαγεμένοι βάτραχοι”...) κι αν ΕΜΕΙΣ αρχίσουμε να μιλάμε μόνοι μας, σαν εργάτες, σαν προλετάριοι, άσχετα από δουλειά, ηλικία, φύλο, θρησκεία ή εθνικότητα, και χωρίς κομματικούς, συνδικαλιστικούς ή μηντιακούς “ελευθερωτές” στο σβέρκο μας. Και:
Β: Ασφαλώς και γίνονται, αν ξεφορτωθούμε το δηλητηριώδες παραμύθι που λέει “ή πετυχαίνεις αύριο - ή τέλος”.... “ο σώζων εαυτόν σωθήτω”. Όχι!!! Την αξιοπρέπεια δεν την παραγγέλνεις να στη φέρουν delivery στην πόρτα σου, ούτε την βρίσκεις κάνοντας downloading στο ίντερνετ!!! Όχι!!! Την αξιοπρέπεια δεν την ψωνίζεις με πιστωτική, ούτε την πετάς σαν εξυπνάδα στην παρέα, σε στυλ “πες το κι έγινε” ή “ωραία ατάκα”. Όχι!!! Από ένα σημείο και μετά θα φτύσουμε αίμα για να ανατιμηθούμε σαν εργάτες· και πρέπει να έχουμε φτιάξει λοιπόν όλα τα απαραίτητα εφόδια που εμείς οι ίδιοι μπορούμε να δημιουργήσουμε μεταξύ μας για να στεκόμαστε και να προχωράμε όρθιοι.
ΕΤΣΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ “ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ”!! Δεν γίνονται ούτε μ’ ευχές, ούτε με προσευχές, ούτε με μαγείες. Γίνονται από ανθρώπους που έχουν κότσια, υπομονή, καθαρό μυαλό, αποφασιστικότητα.
Είναι εύκολο να πει ο καθένας “μπαααα, δεν είμαι για τέτοια... κάντε το εσείς”. Αυτή δεν είναι η πιο εύκολη σκέψη; Αυτή είναι... Μόνο που οι καιροί είναι τόσο σκληροί, και θα γίνουν τόσο σκληρότεροι ακόμα, που κανένας ηττοπαθής ή δειλός δεν θα γλυτώσει!
Όχι ότι δεν έχει ο καθένας μας τους φόβους του. Τους έχει - πως αλλιώς;

Αλλά γι’ αυτό έχουμε (ακόμα!) κεφάλι πάνω στους ώμους μας και καρδιά μέσα στο στήθος... κι όχι μια οθόνη εδώ και μια σακούλα super market εκεί. Γι’ αυτό: για να πολεμάμε τους φόβους μας.
Αν δεν είμαστε άξιοι γι’ αυτό, τότε...

Sarajevo - Βιβλιοθήκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: