Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΟΥ "ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ"

Aπο το "δοκίμιο ιστοριας του ΚΚΕ, 1949 - 1968" (τομ. β, μερος πρωτο, σελ 88-92)
 



Ήδη αναφέρθηκε ότι από τη δεκαετία του 1940 αναπτύσσονταν αναθεωρητικές και οππορτουνιστικές θέσεις σε ΚΚ της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής, οι οποίες συγκροτήθηκαν παραπέρα στις επόμενες δεκαετίες, ενώ μορφοποιήθηκαν στο ρεύμα του “ευρωκομμουνισμού” στη δεκαετία του 1970.

Ο όρος “ευρωκομμουνισμός” χρησιμοποιήθηκε μετά από τη διαμόρφωση του συγκεκριμένου αναθεωρητικού ρεύματος. Ως πιο πιθανό θεωρείται ότι τον όρο εισήγαγε ο Κροάτης δημοσιογράφος Frane Barbieri [1], που πρώτη φορά τον χρησιμοποίησε το 1975. Ο όρος έγινε στην ουσία αποδεκτός από το Ιταλικό ΚΚ, το Γαλλικό ΚΚ και το ΚΚ Ισπανίας στις κοινές διακηρύξεις τους (1975) και αργότερα στην Συνάντηση της Μαδρίτης (Μαρτης 1977).

Για την υιοθέτηση του όρου “ευρωκομμουνισμός” έγραψε το 1976 ο Σαντιάγκο Καρίλιο, ΓΓ της ΚΕ του Ισπανικού ΚΚ: "... Όσο δε βρίσκουμε καταλληλότερο όρο, ονομάζεται “ευρωκομμουνισμός”. [2]




Το ρεύμα του λεγόμενου “ευρωκομμουνισμού” αναπτύχθηκε ραγδαία στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 με βασικό χαρακτηριστικό του την απόρριψη των νομοτελειών της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αν και ιστορικά ήταν ρεύμα μεταγενέστερο της σοσιαλδημοκρατίας, οργανωτικά διαχωρισμένο από αυτήν, τη στρατηγική του συνιστούσε ο “ειρηνικός και δημοκρατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό".

Στην πραγματικότητα η “νέα” στρατηγική του “ευρωκομμουνισμού” αποτελούσε επανάληψη παλιών σοσιαλδημοκρατικών θέσεων που λοξοδρομούσαν το εργατικό κίνημα από τη επαναστατική πάλη για την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας και έκαναν λόγο για τη δυνατότητα κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη μέσω της χρησιμοποίησης των αστικών θεσμών και ειδικότερα του αστικού κοινοβουλίου.

Ο “ευρωκομμουνισμός” υποστήριζε ότι μία απόπειρα επανάστασης, από τη στιγμή που τη στιγμή που υπήρχαν ατομικά όπλα, θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία της εργατικής τάξης, γιατί ο ιμπεριαλισμός θα την χρησιμοποιούσε ως πρόσχημα για την έναρξη ενός νέου πολέμου με καταστροφικά αποτελέσματα για τις χώρες τις σοσιαλιστικής οικοδόμησης και όλη την ανθρωπότητα.

Επίσης, ο “ευρωκομμουνισμός”, υπερτιμώντας το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, υποστήριζε ότι είχε αλλάξει οριστικά υπέρ του σοσιαλισμού και αντικειμενικά δυσχέραινε την δυνατότητα κάθε αστικής τάξης να σταματήσει με τη βία μια ειρηνική κοινοβουλευτική κατάκτηση της εξουσίας από το ΚΚ.

Ακόμα υποστήριζε ότι το σύγχρονο μεταπολεμικό αστικό κράτος, αποτελώντας την κινητήρια δύναμη της οικονομίας, έπειτα από μία κοινοβουλευτική νίκη θα μετατρεπόταν από υπηρέτης των συμφερόντων των μονοπωλίων σε όργανο στην υπηρεσία της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων και των υπόλοιπων εκμεταλλευόμενων και θα προωθούσε τις απαραίτητες επαναστατικές αλλαγές στην καπιταλιστική οικονομική βάση.

Προς αυτή την κατεύθυνση πίστευαν ότι συνέδραμε η αλλαγή των λειτουργιών του αστικού κράτους, οι οποίες δεν προορίζονταν πλέον στην καταστολή, αλλά επεκτείνονταν και σε υπηρεσίες υγείας, πρόνοιας, παιδείας, κλπ, αλλά και στην ιδιοκτησία μέσων παραγωγής σε κλάδους στρατηγικής σημασίας. Κατά τους “ευρωκομμουνιστές” η στελέχωση των νέων τομέων του αστικού κράτους γινόταν απο υπαλλήλους με συμφέροντα αντίστοιχα της εργατικής τάξης, με αποτέλεσμα να διευρύνεται η δυνατότητα μεταλλαγής του ταξικού χαρακτήρα του αστικού κράτους. 

Το “ευρωκομμουνιστικό” ρεύμα αρνούνταν τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, θεωρώντας ότι κάθε χώρα πρέπει να ακολουθήσει ο δικό της δρόμο προς το σοσιαλισμό, σύμφωνα με τις “εθνικές ιδιομορφίες” της.

Σε αυτή τη βάση διατυπώθηκαν ο “βρετανικός δρόμος για το σοσιαλισμό”, ο “ιταλικός”, ο “ισπανικός”, παραπλήσια με το “γιαπωνέζικο” και άλλους.

Φυσικά η ιδεολογικοπολιτική πλατφόρμα των κομμάτων που προσχώρησαν στο ρεύμα του “ευρωκομμουνισμού” (Ιταλικό ΚΚ, Γαλλικό ΚΚ, Ισπανικό ΚΚ, Βρετανικό ΚΚ, ΚΚ Μεξικού κλπ) ήταν κοινή και ανεξάρτητη από τις ιστορικές συνθήκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην μία ή στην άλλη χώρα, στη μία ή στην άλλη ήπειρο. Οι τυχόν διαφοροποιήσεις τους, κυρίως στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, αποτελούσαν αντανάκλαση της επίδρασης των ιδιαίτερων συμφερόντων της κάθε αστικής τάξης στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. 

Το “ευρωκομμουνιστικό” ρεύμα τροφοδοτήθηκε από τις οικονομικοκοινωνικές εξελίξεις στις πιο ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού μετά από τον πόλεμο. Η κεινσιανή αστική πολιτική και οι αντίστοιχες αστικές αντιλήψεις περί “κράτους πρόνοιας” ή “κοινωνικού κράτουςτροφοδότησαν συγχύσεις στο κομμουνιστικό κίνημα σχετικά με τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους και της εξουσίας σε αυτές τις χώρες.

Στις συγκεκριμένες συνθήκες υποτιμήθηκε ο ρόλος που ασκούσαν οι εργατικές κατακτήσεις στην ΕΣΣΔ και στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης συγκριτικά σε παραχωρήσεις από την αστική τάξη στη Δυτική Ευρώπη. Υποτιμήθηκε και η δυνατότητα της αστικής τάξης να επεκτείνει τις κοινωνικές συμμαχίες της στη βάση της γενικά ανοδικής πορείας του καπιταλισμού τις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Αντίθετα, υπερτιμήθηκε και ιδεολογικοποιήθηκε η δυνατότητα του μαζικού κινήματος να αποσπά κατακτήσεις στο καπιταλιστικό πλαίσιο και δίχως ριζική αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων.

Επιπλέον, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων αποδόθηκε αποκλειστικά στη κυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, δημιουργώντας, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο γόνιμο έδαφος για να καλλιεργηθεί η πολιτική συμμαχιών των “ευρωκομμουνιστών” με τη σοσιαλδημοκρατία, παρα το γεγονός οτι και τα φιλελεύθερα αστικά κόμματα στην Ευρώπη πρωτοστάτησαν μεταπολεμικά στην εφαρμογή πολιτικών ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης.

Στις θέσεις του “ευρωκομμουνισμού” επέδρασε και η διείσδυση στους κόλπους κομμουνιστικού κινήματος αστικών αντιλήψεων σχετικών με την ερμηνεία των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ ως ηγετική δύναμη του ιμπεριαλισμού στήριζε και εγκαθίδρυε στρατιωτικές δικτατορίες, επενέβαινε στρατιωτικά σε σειρά χωρών, εφάρμοζε εξοντωτική ρατσιστική και αντικομμουνιστική πολιτική στο εσωτερικό της και απειλούσε με θερμοπυρηνικό ολοκαύτωμα την ανθρωπότητα, υποτιμήθηκε από τα ΚΚ ο ρόλος του μεταπολεμικά συγροτημένου ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Δεν εκτιμήθηκε αντικειμενικά το γεγονός ότι η αστική εξουσία σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης (Ιταλία, Γαλλία, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) σταθεροποιήθηκε με τη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Στην υιοθέτηση αυτής της ανάλυσης συνέβαλε και η πολιτική της ΕΣΣΔ η οποία αρχικά δεν αντιμετώπιζε ως ταξικά προσδιορισμένη την ενοποίηση της καπιταλιστικής Ευρώπης, ενώ στη συνέχεια είδε την ΕΟΚ ως δυνάμει κρίσιμο εμπορικό εταίρο που ήταν δυνατό να αποσπαστεί από την ταξική συμμαχία του με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.[3] 

Ο “ευρωκομμουνισμός” ασκούσε κριτική στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ απο θέσεις οππορτουνιστικές (πχ, την απουσία άλλων κομμάτων). 

Υπήρξε αλληλεπίδραση ανάμεσα στον οππορτουνισμό στο κομμουνιστικό κίνημα των καπιταλιστικών χωρών της Δυτικής Ευρώπης και στην οππορτουνιστική στροφή στο ΚΚΣΕ με το 20ο συνέδριο του (1956), την κυριαρχία της γραμμής περί “ειρηνικής συνύπαρξης” και “κοινοβουλευτικού δρόμου προς το σοσιαλισμό”.

Τα δύο μεγαλύτερα ΚΚ της Δυτική Ευρώπης το Ιταλικό και το Γαλλικό, υιοθέτησαν πολλές από τις παραπάνω θέσεις στα συνέδρια τους που ακολούθησαν το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ (8ο Συνέδριο του Ιταλικού ΚΚ, 1956 [4] , και το 14ο Συνέδριο του Γαλλικού ΚΚ, 1956 [5]). Όμως ανάλογες αντιλήψεις, όπως προαναφέρθηκε, εκφράζονταν ή και είχαν κυριαρχήσει σε ΚΚ και πριν το 20ό Συνέδριο.

Παρά το γεγονός ότι ο “ευρωκομμουνισμός” στήριζε αρχικά τη δυνατότητα πραγμάτωσης της “εναλλακτικής” του στρατηγικής και στην παρουσία της ΕΣΣΔ και των υπόλοιπων χωρών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, η πορεία ενσωμάτωσης των “ευρωκομμουνιστικών” κομμάτων στο αστικό πολιτικό σύστημα και υπαγωγής της εργατικής τάξης στα συμφέροντα της αστικής εξουσίας αναγκαστικά οδήγησε στη σύγκρουση του με το κομμουνιστικό κίνημα.

Απο τη δεκαετία του 1960 τα κόμματα του “ευρωκομμουνισμού” άρχισαν να αμφισβητούν την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, τη δικτατορία του προλεταριάτου, τον προλεταριακό διεθνισμό, την επαναστατική διαδικασία για την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας [6]. Τη δεκαετία του 1970 αποδέχτηκαν ανοιχτά τις αξιώσεις των αστικών τους τάξεων και στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων. 'Ετσι, η λογική της δυνατότητας μεταλλαγής του αστικού κράτους προεκτάθηκε και στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. 

Υποστήριξαν ότι μέσα από τις δομές τις ΕΟΚ είναι δυνατή η πάλη για τη μετατροπή της σε “ΕΟΚ των λαών”. Ταυτόχρονα αποδέχτηκαν και το αστικό ιδεολόγημα του “μοιράσματος του κόσμου” ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ. Στηριζόμενα σε αυτό, δεν υιοθέτησαν τη θέση για αποχώρηση της χώρας τους από το ΝΑΤΟ, αλλά τη θέση για αμοιβαία διάλυση και των δύο στρατιωτικοπολιτικών συνασπισμών (ΝΑΤΟ και Συμφώνου της Βαρσοβίας).

Περισσότερο ή λιγότερο γρήγορα σε κάθε κόμμα του “ευρωκομμουνισμού” ο αναθεωρητισμός εκφράστηκε και στις αρχές συγκρότησης και λειτουργίας του λενινιστικού κόμματος νέου τύπου και πρώτα απ' όλα στην αμφισβήτηση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. [7]

Στην Ελλάδα, το κόμμα που αυτοαποκαλέστηκε “ΚΚΕ εσωτερικού” μετά από τη διάσπαση του ΚΚΕ (1968) εξέφρασε το “ευρωκομμουνιστικό” ρεύμα στη δεκαετία του 1970 με τις εξής θέσεις:

Ο σοσιαλισμός στη χώρα μας θα είναι μια εξουσία με πολυκομματικό σύστημα, καθεστώς ελεύθερης λειτουργίας όλων των κομμάτων που σέβονται την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, μαζί και της αντιπολίτευσης. Επίσης την αρχή της παραίτησης της κυβέρνησης που δεν απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής και του λαού, και της αντικατάστασης της με βάση το σεβασμό της πλειοψηφίας του λαού. Αποβλέπουμε σε μια μακρόχρονη συνύπαρξη και αμοιβαίο έλεγχο όλων των κομμάτων... Στο σοσιαλισμό δεν επιβάλλεται επίσημη φιλοσοφία... Καθοριστικό γνώρισμα του είναι η ολόπλευρα ανεπτυγμένη δημοκρατία και η συμμετοχή του λαού στα κοινά. Και ακριβώς έτσι το καθεστώς αυτό θα είναι περισσότερο θωρακισμένο από κάθε προσπάθεια βίαιης ανατροπής του.” [8]


Το 1976 ο γραμματέας της ΚΕ του “ΚΚΕ εσωτερικού” Μπάμπης Δρακόπουλος υποστήριξε σε συνέντευξη του:


Εμείς στο καταστατικό μας δεν περιλάβαμε τον όρο “δικτατορία του προλεταριάτου”. Και δεν τον περιλάβαμε, γιατί τον θεωρούμε ξεπερασμένο. Εκείνο πάντως που κάναμε ήδη ήταν να θεμελιώσουμε τον ελληνικό δρόμο πρός έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό που είναι αντίθετος σε κάθε δικτατορία.” [9]
 
Το ΚΚΕ πάλεψε τα επόμενα χρόνια με όλες τις δυνάμεις του ενάντια στο λεγόμενο “ΚΚΕ εσωτερικού”, ως κύριο πολιτικό φορέα του αναθεωρητισμού και του οππορτουνισμού στην Ελλαδα.





--------------

[1] Phillip Elliott – Phillip Schelsinger, “Eurocommunism: Their woed or ours?”, στο David Childs, The changing face of western communism (pp39-41), Groomhelm Editions, London 1980.

[2] Σαντιάγκο Καρίλιο, “Ευρωκομμουνισμός” και κράτος, σελ. 14, εκδ. Θεμελιο Αθήνα ,1978.
[3] Νέος Κόσμος, τευχ. 10, Οκτώβρης 1962, Ινστιτούτο Παγκόσμιας Οικονομίας και Διεθνών Σχέσεων της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Η ιμπεριαλιστική “ολοκλήρωση” της Δυτικής Ευρώπης (“Κοινή Αγορά”)(Θεσεις), σελ, 67-83
[4] Παλμίρο Τολιάτι, Με ειρήνη και δημοκρατία στο σοσιαλισμό, κεφ. “Εισήγηση στο 8ο Συνέδριο του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Δεκέμβρης 1956)”, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 1964.
[5] Τορέζ Μορίς, “Εκθεση Δράσης της ΚΕ του ΚΚ Γαλλίας στο 14ο Συνέδριο του”, Νέος Κόσμος, τευχ. 9, σελ. 36-47, Σεπτέμβρης 1956.
[6] Σαντιάγκο Καρίλιο, “Ευρωκομμουνισμός” και κράτος, σελ 17-35, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα , 1978
[7] Ο Αμερικάνος πολιτικός Χένρι Κισινγκερ θεωρούσε οτι η διατήρηση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού από τα “ευρωκομμουνιστικά” κόμματα αποτελούσε εμπόδιο για τη συμμετοχή τους σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Βλ, Kissinger Henry, Communist Parties in Western Europe, The Atlantic Community Quartrly, pp/ 261-274, Fall 1977.
[8] Η Αυγή, 9.2.1975
[9] Ο.π, 10.3.1976


 

Δεν υπάρχουν σχόλια: